In Situ Λοβιακός Καρκίνος


In situ λοβιακός καρκίνος (Lobular Carcinoma In Situ – LCIS)

To λοβιακό καρκίνωμα in situ θεωρείται πια περισσότερο ως παράγοντας κινδύνου ανάπτυξης διηθητικού λοβιακού ή πορογενούς καρκίνου παρά ως μορφή καρκίνου αυτού καθεαυτού. Για το λόγο αυτό εντάσσεται μαζί με την άτυπη λοβιακή υπερπλασία στον κοινό όρο λοβιακή νεοπλασία του μαστού.

Χαρακτηρίζεται από ομοιόμορφα κύτταρα με βαθυχρωματικούς πυρήνες που δεν εμφανίζουν πολλές μιτώσεις ή ατυπία. Εμφανίζεται κατά κύριο λόγο σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ως ψηλαφητή μάζα ή κάποιου είδους μαστογραφική αλλοίωση. Στις ιδιαιτερότητες του LCIS περιλαμβάνονται τα υψηλά επίπεδα πολυεστιακότητας και πολυκεντρικότητας, καθώς και ότι σε ποσοστό άνω του 50% εντοπίζεται ταυτόχρονα και στον ετερόπλευρο μαστό.  

Η απλή παρακολούθηση του LCIS φαίνεται ότι αποτελεί την ενδεδειγμένη αντιμετώπισή του, καθώς ο κίνδυνος ανάπτυξης διηθητικού καρκίνου είναι γύρω στο 20% σε διάστημα 15 ετών. Ακόμα κι όταν αναπτυχθεί καρκίνος, αυτός τείνει να έχει ευνοϊκά χαρακτηριστικά με χαμηλά ποσοστά θνησιμότητας. Η πιθανότητα ανάπτυξης διηθητικού καρκίνου σε ασθενή με LCIS είναι η ίδια και για τους δύο μαστούς, γι’ αυτό και όταν αποφασίζεται μαστεκτομή ως θεραπεία ελάττωσης του κινδύνου, αυτή πρέπει να γίνεται αμφοτερόπλευρα.

Όσον αφορά την επικουρική ορμονοθεραπεία, γυναίκες με LCIS που λαμβάνουν ταμοξιφένη για 5 έτη ελαττώνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης διηθητικού καρκίνου κατά 46%. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες η ραλοξιφένη ελαττώνει ισάξια με την ταμοξιφένη τον κίνδυνο ανάπτυξης διηθητικού καρκίνου. Συνεπώς ασθενείς με LCIS πρέπει να παρακολουθούνται με κλινική εξέταση ανά 6-12 μήνες, μαστογραφία ανά 12 μήνες και να λαμβάνουν ταμοξιφένη ανεξάρτητα από την εμμηνοπαυσιακή τους κατάσταση ή ραλοξιφένη εάν είναι μετεμμηνοπαυσιακές για 5 έτη.